ἀργεστής

ἀργεννός, ἀργεστής
See also: ἀργός
Page in Frisk: 1,131

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αργεστής — ἀργεστής και Άργέστης, ο (Α) 1. αυτός που ξαστερώνει τον ουρανό (επίθ. του νότιου ανέμου) 2. ο λευκός 3. (κύρ. όν.) Αργέστης ο βορειοδυτικός άνεμος. [ΕΤΥΜΟΛ. < θ. *αργεσ το οποίο πρέπει να υπήρξε παράλληλα προς το θ. αργ τού αργός (Ι) και το… …   Dictionary of Greek

  • ἀργεστής — clearing masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀργέστης — ἀργεστής clearing masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀργεσταί — ἀργεστής clearing masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀργεστοῦ — ἀργεστής clearing masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀργεστᾶο — ἀργεστής clearing masc gen sg (epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀργεστῇσι — ἀργεστής clearing masc dat pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀργεστήν — ἀργεστής clearing masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀργέστην — ἀργεστής clearing masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀργέστου — ἀργεστής clearing masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀργέστῃ — ἀργεστής clearing masc dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.